Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

οικογενειοκρατικός

/i.ko.ʝe.ni.o.kɾa.tiˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. νεολογισμόςπου αφορά την οικογενειοκρατία Βικιλεξικό
    • Υπάρχει η εντύπωση ότι αν αποχωρήσει ο πρόεδρος Μπασάρ αλ Ασαντ, το αυταρχικό κράτος, ένα οικογενειοκρατικό καθεστώς, θα καταρρεύσει σαν γυάλινος πύργος. (Fawaz Gerges, Οι βαθιές ρίζες του αυταρχικού καθεστώτος, Η Καθημερινή, 29 Ιουλίου 2012)

Ετυμολογία

οικογενειοκρατικός < οικογενειοκρατ(ία) + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήοικογενειοκρατικόςοικογενειοκρατικήοικογενειοκρατικό
Γενικήοικογενειοκρατικούοικογενειοκρατικήςοικογενειοκρατικού
Αιτιατικήοικογενειοκρατικόοικογενειοκρατικήοικογενειοκρατικό
Κλητικήοικογενειοκρατικέοικογενειοκρατικήοικογενειοκρατικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήοικογενειοκρατικοίοικογενειοκρατικέςοικογενειοκρατικά
Γενικήοικογενειοκρατικώνοικογενειοκρατικώνοικογενειοκρατικών
Αιτιατικήοικογενειοκρατικούςοικογενειοκρατικέςοικογενειοκρατικά
Κλητικήοικογενειοκρατικοίοικογενειοκρατικέςοικογενειοκρατικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →