οικοδεσπότης
•
- πρόσωπο που δέχεται, υποδέχεται ή φιλοξενεί στο σπίτι του καλεσμένους ή επισκέπτες Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηπρόσωπο που διοργανώνει και υποδέχεται συμμετέχοντες σε εκδήλωση, γιορτή, δεξίωση κτλ., ή που αναλαμβάνει την παρουσίαση εκπομπής ή εκδήλωσης Βικιλεξικό
- πληροφορικήυπολογιστής που παρέχει δεδομένα ή προγράμματα σε άλλους υπολογιστές μέσω δικτύου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
οικοδεσπότης < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα οἰκοδεσπότης < ελληνιστική κοινή οἰκοδεσπότης (κύριος του σπιτιού, σπιτονοικοκύρης) < αρχαία ελληνική οἴκων δεσπότης. Η σημασία στην πληροφορική < σημασιολογικό δάνειο από την αγγλική host. Συγχρονικά αναλύεται σε οικο- (οίκος) + δεσπότης.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | οικοδεσπότης | οικοδεσπότες |
| Γενική | οικοδεσπότη | οικοδεσποτών |
| Αιτιατική | οικοδεσπότη | οικοδεσπότες |
| Κλητική | οικοδεσπότη | οικοδεσπότες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →