Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

οικοδομήσιμος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που μπορεί να οικοδομηθεί Βικιλεξικό

Ετυμολογία

οικοδομήσιμος < οικοδομώ + -σιμος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήοικοδομήσιμοςοικοδομήσιμηοικοδομήσιμο
Γενικήοικοδομήσιμουοικοδομήσιμηςοικοδομήσιμου
Αιτιατικήοικοδομήσιμοοικοδομήσιμηοικοδομήσιμο
Κλητικήοικοδομήσιμεοικοδομήσιμηοικοδομήσιμο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήοικοδομήσιμοιοικοδομήσιμεςοικοδομήσιμα
Γενικήοικοδομήσιμωνοικοδομήσιμωνοικοδομήσιμων
Αιτιατικήοικοδομήσιμουςοικοδομήσιμεςοικοδομήσιμα
Κλητικήοικοδομήσιμοιοικοδομήσιμεςοικοδομήσιμα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →