Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

οικοδομοτεχνικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. λόγιοπου έχει σχέση με την οικοδομική και την τεχνική ή αναφέρεται σ’ αυτές Βικιλεξικό
  2. ουσιαστικοποιημένοοικοδομοτεχνικά: τα σχετικά επαγγέλματα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

οικοδομοτεχνικός < οικοδομή + -ο- + τεχνικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήοικοδομοτεχνικόςοικοδομοτεχνικήοικοδομοτεχνικό
Γενικήοικοδομοτεχνικούοικοδομοτεχνικήςοικοδομοτεχνικού
Αιτιατικήοικοδομοτεχνικόοικοδομοτεχνικήοικοδομοτεχνικό
Κλητικήοικοδομοτεχνικέοικοδομοτεχνικήοικοδομοτεχνικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήοικοδομοτεχνικοίοικοδομοτεχνικέςοικοδομοτεχνικά
Γενικήοικοδομοτεχνικώνοικοδομοτεχνικώνοικοδομοτεχνικών
Αιτιατικήοικοδομοτεχνικούςοικοδομοτεχνικέςοικοδομοτεχνικά
Κλητικήοικοδομοτεχνικοίοικοδομοτεχνικέςοικοδομοτεχνικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →