οικοδομοτεχνικός
•
- λόγιοπου έχει σχέση με την οικοδομική και την τεχνική ή αναφέρεται σ’ αυτές Βικιλεξικό
- ουσιαστικοποιημένοοικοδομοτεχνικά: τα σχετικά επαγγέλματα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
οικοδομοτεχνικός < οικοδομή + -ο- + τεχνικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | οικοδομοτεχνικός | οικοδομοτεχνική | οικοδομοτεχνικό |
| Γενική | οικοδομοτεχνικού | οικοδομοτεχνικής | οικοδομοτεχνικού |
| Αιτιατική | οικοδομοτεχνικό | οικοδομοτεχνική | οικοδομοτεχνικό |
| Κλητική | οικοδομοτεχνικέ | οικοδομοτεχνική | οικοδομοτεχνικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | οικοδομοτεχνικοί | οικοδομοτεχνικές | οικοδομοτεχνικά |
| Γενική | οικοδομοτεχνικών | οικοδομοτεχνικών | οικοδομοτεχνικών |
| Αιτιατική | οικοδομοτεχνικούς | οικοδομοτεχνικές | οικοδομοτεχνικά |
| Κλητική | οικοδομοτεχνικοί | οικοδομοτεχνικές | οικοδομοτεχνικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →