Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

οικολογικός

/i.ko.lo.ʝiˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. σχετικός με την οικολογία Βικιλεξικό
    • οικολογικός τουρισμός, οικολογικός τρόπος οδήγησης
    • οικολογική σήμανση
  2. χαρακτηρισμός φαγητού που δεν έχει κρέας Βικιλεξικό
    • μεταξύ μας, πάντα το έβρισκα αστείο ότι το οικολογικό και το ορφανό σουβλάκι περιγράφουν το ίδιο πράγμα, με αυτόν τον τρόπο δημιουργώντας την εύλογη σύγκριση μεταξύ της φρίκης της απώλειας των γονέων και της τραγωδίας του να... σέβεσαι τη φύση. (Κουντουριώτικο: το καλύτερο χορτοφαγικό σουβλάκι στο Κουκάκι, ανακτήθηκε στις 20/8/2023 https://www.debop.gr/deBlog/mia-stasi-edo/kountouriotiko-to-kalytero-xortofagiko-souvlaki-sto-koukaki)

Ετυμολογία

οικολογικός < λόγιο δάνειο από τη γερμανική ökologisch ή από τη γαλλική écologique. Μορφολογικά αναλύεται σε οικολογ(ία) + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήοικολογικόςοικολογικήοικολογικό
Γενικήοικολογικούοικολογικήςοικολογικού
Αιτιατικήοικολογικόοικολογικήοικολογικό
Κλητικήοικολογικέοικολογικήοικολογικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήοικολογικοίοικολογικέςοικολογικά
Γενικήοικολογικώνοικολογικώνοικολογικών
Αιτιατικήοικολογικούςοικολογικέςοικολογικά
Κλητικήοικολογικοίοικολογικέςοικολογικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →