οικονομισάριος
•
- σκωπτικόκάποιος που αποκομίζει οικονομικά οφέλη με αθέμιτα μέσα, γνωριμίες, σχέσεις κ.λπ. Βικιλεξικό
Ετυμολογία
οικονομισάριος < οικονομώ + κομισάριος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | οικονομισάριος | οικονομισάριοι |
| Γενική | οικονομισάριου | οικονομισάριων |
| Αιτιατική | οικονομισάριο | οικονομισάριους |
| Κλητική | οικονομισάριε | οικονομισάριοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →