Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

οικονομιστής

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. υποστηρικτής δόγματος το οποίο στην ερμηνεία των πολιτικών και κοινωνικών φαινομένων και συμβάντων, και γενικότερα της ιστορικής εξέλιξης, δίνει απόλυτη ή και αποκλειστική προτεραιότητα στα οικονομικά δεδομένα. Βικιλεξικό
    • Ήταν τότε μια περίοδος κατά την οποία στις ημερήσιες (πολιτικές λεγόμενες) εφημερίδες δεν διετίθετο, όπως σήμερα, μεγάλος χώρος για τα οικονομικά θέματα , μολονότι το «Οικονομικό Βήμα» ήταν γνωστό σ ́ όλους τους «οικονομιστές» (Οικονομικός Ταχυδρόμος, τεύχη 2087-2095, 1994, σελ. 19)
  2. ειδικάεκπρόσωπος σχολής οικονομικής σκέψης του 18ου αιώνα (κατ' εξοχήν γαλλικής.) Οι οικονομιστές, ή αλλιώς φυσιοκράτες, θεωρούσαν, σε αντίθεση με τους μερκαντιλιστές ή εμποριοκράτες, ότι βασική πηγή πλούτου ενός έθνους δεν ήταν το εμπόριο και η βιομηχανία αλλά η αγροτική παραγωγή. Βικιλεξικό
  3. ειδικάμέλος ιδεολογικής και πολιτικής κίνησης που διαμορφώθηκε στο Ρωσικό Σοσιαλδημοκρατικό κόμμα κατά τις αρχές του 20ου αιώνα (οικονομισμός) η οποία απέβλεπε στον περιορισμό των σκοπών του εργατικού κινήματος μόνο στην οικονομική πάλη. Βικιλεξικό
    • Τό 1901-1903 ἦταν ὀπαδός τῆς Ἴσκρας , στό τέλος τοῦ 1903 ὁ Τρότσκι ἦταν ἀνοιχτός μενσεβίκος , δηλαδή ἀπό τούς ὀπαδούς τῆς Ἴσκρας πήδηξε στούς «οικονομιστές». Το 1904-1905 φεύγει ἀπό τούς μενσεβίκους καί καταλαμβάνει ταλαντευόμενη (Επίσημα κείμενα: 1929-1933, Κομμουνιστικό Κόμμα της Ελλάδος, 1963 σελ. 281)

Ετυμολογία

οικονομιστής: Αντιδάνεια λέξη, πρβλ. γαλλ. économiste, (<οικονομία + -ιστής.)

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →