Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

οικονομολογικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. σχετικός με την οικονομολογία Βικιλεξικό

Ετυμολογία

οικονομολογικός < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήοικονομολογικόςοικονομολογικήοικονομολογικό
Γενικήοικονομολογικούοικονομολογικήςοικονομολογικού
Αιτιατικήοικονομολογικόοικονομολογικήοικονομολογικό
Κλητικήοικονομολογικέοικονομολογικήοικονομολογικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήοικονομολογικοίοικονομολογικέςοικονομολογικά
Γενικήοικονομολογικώνοικονομολογικώνοικονομολογικών
Αιτιατικήοικονομολογικούςοικονομολογικέςοικονομολογικά
Κλητικήοικονομολογικοίοικονομολογικέςοικονομολογικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →