οικοτοξικολογικός
•
- οικολογίασχετικός με την οικοτοξικολογία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
οικοτοξικολογικός < οικοτοξικολογ(ία) + -ικός ((μεταφραστικό δάνειο) αγγλική ecotoxicological)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | οικοτοξικολογικός | οικοτοξικολογική | οικοτοξικολογικό |
| Γενική | οικοτοξικολογικού | οικοτοξικολογικής | οικοτοξικολογικού |
| Αιτιατική | οικοτοξικολογικό | οικοτοξικολογική | οικοτοξικολογικό |
| Κλητική | οικοτοξικολογικέ | οικοτοξικολογική | οικοτοξικολογικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | οικοτοξικολογικοί | οικοτοξικολογικές | οικοτοξικολογικά |
| Γενική | οικοτοξικολογικών | οικοτοξικολογικών | οικοτοξικολογικών |
| Αιτιατική | οικοτοξικολογικούς | οικοτοξικολογικές | οικοτοξικολογικά |
| Κλητική | οικοτοξικολογικοί | οικοτοξικολογικές | οικοτοξικολογικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →