Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

οικοτοξικολογικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. οικολογίασχετικός με την οικοτοξικολογία Βικιλεξικό

Ετυμολογία

οικοτοξικολογικός < οικοτοξικολογ(ία) + -ικός ((μεταφραστικό δάνειο) αγγλική ecotoxicological)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήοικοτοξικολογικόςοικοτοξικολογικήοικοτοξικολογικό
Γενικήοικοτοξικολογικούοικοτοξικολογικήςοικοτοξικολογικού
Αιτιατικήοικοτοξικολογικόοικοτοξικολογικήοικοτοξικολογικό
Κλητικήοικοτοξικολογικέοικοτοξικολογικήοικοτοξικολογικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήοικοτοξικολογικοίοικοτοξικολογικέςοικοτοξικολογικά
Γενικήοικοτοξικολογικώνοικοτοξικολογικώνοικοτοξικολογικών
Αιτιατικήοικοτοξικολογικούςοικοτοξικολογικέςοικοτοξικολογικά
Κλητικήοικοτοξικολογικοίοικοτοξικολογικέςοικοτοξικολογικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →