Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

οικουμενικότητα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η παγκοσμιοποίηση με την έννοια, του παγκόσμιου χαρακτήρα ενός αγαθού, μιας θεωρίας, ενός φαινομένου, μιας αξίας Βικιλεξικό
    • Το έλλειμμα οικουμενικότητας της νεωτερικής ατομοκεντρικής παράδοσης τορπιλίζει την ιδεολογική της ηγεμονία επί των λοιπών παραδόσεων. (Παράδοση και εκσυγχρονισμός στην Ελλάδα του 21ου αιώνα : εισηγήσεις συνεδρίου, Ταξιδευτές, 2006, σελ. 112)
  2. η αποδοχή της κυβέρνησης από την, θεωρητικά, μεγάλη πλειοψηφία του λαού, όταν αυτή (η κυβέρνηση) σχηματίζεται από πολλά κόμματα και καλύπτει σχεδόν όλο το πολιτικό φάσμα (η λεγόμενη οικουμενική κυβέρνηση) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

οικουμενικότητα < λόγια λέξη από την (ελληνιστική κοινή) οἰκουμενικός

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήοικουμενικότηταοικουμενικότητες
Γενικήοικουμενικότηταςοικουμενικοτήτων
Αιτιατικήοικουμενικότηταοικουμενικότητες
Κλητικήοικουμενικότηταοικουμενικότητες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →