οικόσιτος
•
- για ζώο ή πουλερικό που τρέφεται από τον άνθρωπο και ζει μαζί του Βικιλεξικό
- Ένας οικόσιτος παπαγάλος ...βοήθησε την αστυνομία να συλλάβει τον δολοφόνο της ιδιοκτήτριάς του στη βόρεια ινδική πόλη Άγκρα, αναφέρουν σήμερα δημοσιεύματα. (*)
- ουσιαστικοποιημένοοικόσιτο: ζώο ή πουλερικό που τρέφεται από τον άνθρωπο και ζει μαζί του Βικιλεξικό
Ετυμολογία
οικόσιτος < (ελληνιστική κοινή) < οἶκος + σῖτος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | οικόσιτος | οικόσιτη | οικόσιτο |
| Γενική | οικόσιτου | οικόσιτης | οικόσιτου |
| Αιτιατική | οικόσιτο | οικόσιτη | οικόσιτο |
| Κλητική | οικόσιτε | οικόσιτη | οικόσιτο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | οικόσιτοι | οικόσιτες | οικόσιτα |
| Γενική | οικόσιτων | οικόσιτων | οικόσιτων |
| Αιτιατική | οικόσιτους | οικόσιτες | οικόσιτα |
| Κλητική | οικόσιτοι | οικόσιτες | οικόσιτα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →