οικότοπος
•
- νεολογισμόςτο φυσικό περιβάλλον και οι συνθήκες μέσα στα οποία βιώνει και αναπτύσσεται κάποιος οργανισμός (φυτικός ή ζωικός) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
οικότοπος < οίκ(ος) + -ό- + -τοπος ((μεταφραστικό δάνειο) αγγλική habitat)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | οικότοπος | οικότοποι |
| Γενική | οικοτόπου / οικότοπου | οικοτόπων / οικότοπων |
| Αιτιατική | οικότοπο | οικοτόπους / οικότοπους |
| Κλητική | οικότοπε | οικότοποι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →