Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

οινοθήρα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. φυτόκοινή ονομασία φυτών του γένους Oenothera, αμερικανικής καταγωγής ποωδών φυτών της οικογένειας Onagraceae, που καλλιεργούνται συχνά ως καλλωπιστικά για τα μεγάλα κίτρινα, ρόδινα ή λευκορόδινα άνθη τους, ενώ ορισμένα είδη έχουν εγκλιματιστεί εκτός της φυσικής τους περιοχής Βικιλεξικό
    • Η ωραία οινοθήρα των κήπων έχει για πατρίδα της τις νοτιοδυτικές πολιτείες των ΗΠΑ, όπου λόγω της αντοχής της στο δριμύ ψύχος αλλά και τη θερινή ανομβρία καταλαμβάνει μεγάλες εκτάσεις σε λιβάδια, ξέφωτα δασών και πλαγιές βουνών. (Ορέστης Δαβίας, «Οινοθήρα: Μπορεί να τη βλέπετε σε πολλές γειτονιές, αλλά μπορείτε να την αναγνωρίσετε;» (www.kathimerini.gr, 04.08.2023)

Ετυμολογία

οινοθήρα < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική oenothera < αρχαία ελληνική οἰνοθήρας < οἶνος + θήρα ή ελληνιστική κοινή ὀνοθήρας < αρχαία ελληνική ὄνος + θήρα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήοινοθήραοινοθήρες
Γενικήοινοθήραςοινοθηρών
Αιτιατικήοινοθήραοινοθήρες
Κλητικήοινοθήραοινοθήρες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →