Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

οινολογικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. σχετικός με την οινολογία Βικιλεξικό

Ετυμολογία

οινολογικός < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήοινολογικόςοινολογικήοινολογικό
Γενικήοινολογικούοινολογικήςοινολογικού
Αιτιατικήοινολογικόοινολογικήοινολογικό
Κλητικήοινολογικέοινολογικήοινολογικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήοινολογικοίοινολογικέςοινολογικά
Γενικήοινολογικώνοινολογικώνοινολογικών
Αιτιατικήοινολογικούςοινολογικέςοινολογικά
Κλητικήοινολογικοίοινολογικέςοινολογικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →