οινομανία
•
- η ιδιότητα του οινομανούς, η μανιώδης αγάπη για το κρασί Βικιλεξικό
Ετυμολογία
οινομανία < οίν(ος) + -ο- + -μανία ή οινομανής + -ία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | οινομανία | οινομανίες |
| Γενική | οινομανίας | οινομανιών |
| Αιτιατική | οινομανία | οινομανίες |
| Κλητική | οινομανία | οινομανίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →