οινοπαραγωγός
•
- γενικότεραο παραγωγός οίνου Βικιλεξικό
- ειδικότεραο κατ’ επάγγελμα οινοποιός και πωλητής οίνου (κρασιού) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
οινοπαραγωγός < οινο- + -παραγωγός, (μεταφραστικό δάνειο) γαλλική viticulteur :: Η λέξη μαρτυρείται από το 1886
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | οινοπαραγωγός | οινοπαραγωγοί |
| Γενική | οινοπαραγωγού | οινοπαραγωγών |
| Αιτιατική | οινοπαραγωγό | οινοπαραγωγούς |
| Κλητική | οινοπαραγωγέ | οινοπαραγωγοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →