Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

οινοπαραγωγός

/i.no.pa.ɾa.ɣoˈɣos/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. γενικότεραο παραγωγός οίνου Βικιλεξικό
  2. ειδικότεραο κατ’ επάγγελμα οινοποιός και πωλητής οίνου (κρασιού) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

οινοπαραγωγός < οινο- + -παραγωγός, (μεταφραστικό δάνειο) γαλλική viticulteur :: Η λέξη μαρτυρείται από το 1886

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήοινοπαραγωγόςοινοπαραγωγοί
Γενικήοινοπαραγωγούοινοπαραγωγών
Αιτιατικήοινοπαραγωγόοινοπαραγωγούς
Κλητικήοινοπαραγωγέοινοπαραγωγοί

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

οινοπαραγωγός

/i.no.pa.ɾa.ɣoˈɣos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. (για περιοχή) που παράγει κρασί σε μεγάλες ποσότητες Βικιλεξικό

Ετυμολογία

οινοπαραγωγός < οινο- + -παραγωγός, (μεταφραστικό δάνειο) γαλλική viticulteur :: Η λέξη μαρτυρείται από το 1886

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήοινοπαραγωγόςοινοπαραγωγόςοινοπαραγωγό
Γενικήοινοπαραγωγού—οινοπαραγωγού
Αιτιατικήοινοπαραγωγό—οινοπαραγωγό
Κλητικήοινοπαραγωγέ—οινοπαραγωγό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήοινοπαραγωγοί—οινοπαραγωγά
Γενικήοινοπαραγωγών—οινοπαραγωγών
Αιτιατικήοινοπαραγωγούς—οινοπαραγωγά
Κλητικήοινοπαραγωγοί—οινοπαραγωγά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →