οινοπνευματομετρία
•
- χημείαη μέτρηση, με ειδικό όργανο, του περιεχόμενου οινοπνεύματος σε αλκοολούχα διαλύματα (όπως ποτά) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
οινοπνευματομετρία < οινοπνεύματ(ος) + -ο- + -μετρία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | οινοπνευματομετρία | οινοπνευματομετρίες |
| Γενική | οινοπνευματομετρίας | οινοπνευματομετριών |
| Αιτιατική | οινοπνευματομετρία | οινοπνευματομετρίες |
| Κλητική | οινοπνευματομετρία | οινοπνευματομετρίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →