οινοπνευματομετρητής
•
- όργανο με το οποίο γίνεται οινοπνευματομέτρηση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
οινοπνευματομετρητής < οινοπνεύματ(ος) + -ο- + -μετρητής
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | οινοπνευματομετρητής | οινοπνευματομετρητές |
| Γενική | οινοπνευματομετρητή | οινοπνευματομετρητών |
| Αιτιατική | οινοπνευματομετρητή | οινοπνευματομετρητές |
| Κλητική | οινοπνευματομετρητή | οινοπνευματομετρητές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →