Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

οινοτουρισμός

/i.no.tu.ɾiˈzmos/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. είδος τουρισμού ο οποίος περιλαμβάνει τη δοκιμή, κατανάλωση και αγορά κρασιού από την περιοχή παραγωγής του κρασιού Βικιλεξικό
    • Πριν από έναν χρόνο συμπληρώσαμε 20 χρόνια δραστηριότητας. Αυτό που κατάφερε ως τώρα η ένωση είναι να φέρει κοντά πολλούς και σημαντικούς οινοπαραγωγούς της χώρας και να καλλιεργήσει μια κουλτούρα συνεννόησης και συνεργασίας μεταξύ τους. Στήριξε τη συλλογική εικόνα των προϊόντων του αμπελώνα της Βορείου Ελλάδος, συνέβαλε στην προώθηση και προβολή του ελληνικού κρασιού στην Ελλάδα και στο εξωτερικό και καθιέρωσε τον οινοτουρισμό ως εναλλακτική μορφή τουρισμού.
    • Ακούγεται ίσως παράλογο να ταξιδέψεις από τη μία άκρη της Γης στην άλλη για να δοκιμάσεις ένα καλό κρασί. Oμως ο οινοτουρισμός, που εξελίσσεται σε δυναμικό κομμάτι της παγκόσμιας τουριστικής βιομηχανίας, είναι κάτι παραπάνω από την ξενάγηση σε ένα οινοποιείο, είναι μια ολοκληρωμένη ταξιδιωτική εμπειρία.
    • Το τριήμερο πρόγραμμα, με θέμα «Ένα ταξίδι στον οίνο & στο χρόνο», συνδιοργανώνεται από το υπουργείο Τουρισμού, τον ΕΟΤ και την Περιφέρεια Πελοποννήσου. Αντικείμενό του αποτελεί η ανάδειξη της δυναμικής και των ευκαιριών ανάπτυξης που δημιουργεί ο οινοτουρισμός, σε συνδυασμό με άλλες μορφές τουριστικής δραστηριότητας, για την ελληνική Περιφέρεια και ειδικά για μία περιοχή, πλούσια σε ιστορία αλλά και φημισμένες ετικέτες κρασιού, όπως η Νεμέα.

Ετυμολογία

οινοτουρισμός < οινο- + τουρισμός, μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική enotourism

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήοινοτουρισμόςοινοτουρισμοί
Γενικήοινοτουρισμούοινοτουρισμών
Αιτιατικήοινοτουρισμόοινοτουρισμούς
Κλητικήοινοτουρισμέοινοτουρισμοί

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →