Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

οινοφιλία

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η αγάπη για το (καλό) κρασί Βικιλεξικό
    • Η οινοφιλία στην Ελλάδα αναπτύχθηκε τα τελευταία χρόνια, μαζί με την άνθιση του ελληνικού κρασιού. Πριν ο Έλληνας δεν είχε και πολλούς λόγους να είναι οινόφιλος, μια και δεν υπήρχαν παρά ελάχιστα αξιόλογα κρασιά στην αγορά. Τώρα πια οινόφιλους βρίσκει κανείς παντού. (*)

Ετυμολογία

οινοφιλία < οινο- (< οίνος) + -φιλία (< φιλία)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήοινοφιλίαοινοφιλίες
Γενικήοινοφιλίαςοινοφιλιών
Αιτιατικήοινοφιλίαοινοφιλίες
Κλητικήοινοφιλίαοινοφιλίες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →