οινοχόη
•
- είδος αρχαιοελληνικού αγγείου με μια λαβή από το οποίο γεμίζονταν τα κύπελλα των συμποτών Βικιλεξικό
- Είναι πολύ γνωστή η παράσταση στο Κορινθιακό αγγείο (οινοχόη Chigi) όπου ένας νεαρός αυλητής συνοδεύει την φάλαγγα των στρατιωτών στη μάχη (Imago Musicae, Τόμοι 21-22, εκδ. Bärenreiter-Verlag, 2004, σελ. 14)
- Τα κτερίσματα αυτού του τάφου, αντίθετα με την πολυτελή κατασκευή του ήταν μάλλον πενιχρά. Βρέθηκαν, εκτός από αβαφή όστρακα, μια μικρή οινοχόη, όμοια με του τάφου Τ1, ένα χάλκινο δαχτυλίδι, μια οστέινη ψήφος, θραύσματα από χάλκινα ενώτια, από τα οποία το ένα με γυάλινα στοιχεία (Εικ. 17) και ένα πολύ μικρό.. (Το Αρχαιολογικό έργο στη Μακεδονία και Θράκη, Τόμος 8, ΑΠΘ, 1998, σελ. 246)
Ετυμολογία
οινοχόη < αρχαία ελληνική οἰνοχόη / οινοχόος
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →