οιστρηλασία
•
- η ενέργεια του οιστρηλατώ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
οιστρηλασία < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή οἰστρηλασία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | οιστρηλασία | οιστρηλασίες |
| Γενική | οιστρηλασίας | οιστρηλασιών |
| Αιτιατική | οιστρηλασία | οιστρηλασίες |
| Κλητική | οιστρηλασία | οιστρηλασίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →