Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

οιστρογονικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. βιοχημείαπου έχει σχέση με οιστρογόνο ή αναφέρεται σʼ αυτό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

οιστρογονικός < οιστρογόνο + -ικός (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική oestrogenic ή μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική œstrogénique)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήοιστρογονικόςοιστρογονικήοιστρογονικό
Γενικήοιστρογονικούοιστρογονικήςοιστρογονικού
Αιτιατικήοιστρογονικόοιστρογονικήοιστρογονικό
Κλητικήοιστρογονικέοιστρογονικήοιστρογονικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήοιστρογονικοίοιστρογονικέςοιστρογονικά
Γενικήοιστρογονικώνοιστρογονικώνοιστρογονικών
Αιτιατικήοιστρογονικούςοιστρογονικέςοιστρογονικά
Κλητικήοιστρογονικοίοιστρογονικέςοιστρογονικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →