οκά
•
- παρωχημένομονάδα μάζας, η οποία ήταν ίση με 400 δράμια (1282 γραμμάρια) Βικιλεξικό
- Ο μπακάλης της συνοικίας είχεν ακόμη ανοικτόν το εργαστήριόν του. Μετέβην και έφερα μίαν οκάν κρασί και αρκετά φουντούκια και εκαθίσαμεν επί αρκετήν ώραν πίνοντες ευθύμως παρά το θαυματουργόν τραπέζιον (Χαράλαμπος Άννινος, Αττικαί ημέραι, Α, 1894)
Ετυμολογία
οκά < (άμεσο δάνειο) τουρκική okka < οθωμανική τουρκική اوقه (okka) < αραβική أوقية (ʾawqiyya) < وِقِيَّة (wiqiyya) < αρχαία ελληνική οὐγκία / οὐγγία (αντιδάνειο) < λατινική uncia
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | οκά | οκάδες |
| Γενική | οκάς | οκάδων |
| Αιτιατική | οκά | οκάδες |
| Κλητική | οκά | οκάδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →