οκαρίνα
•
- μουσικό όργανομικρό πνευστό όργανο, συνήθως πήλινο (από τερακότα) ή μεταλλικό, ωοειδούς σχήματος, με τρύπες που ανοιγοκλείνουν με τα δάχτυλα. Βικιλεξικό
Ετυμολογία
οκαρίνα < (άμεσο δάνειο) ιταλική ocarina, υποκοριστικό: oca (χήνα) + -ina. Η ονομασία, λόγω του σχήματος του οργάνου, που μοιάζει με πουλί
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | οκαρίνα | οκαρίνες |
| Γενική | οκαρίνας | οκαρινών |
| Αιτιατική | οκαρίνα | οκαρίνες |
| Κλητική | οκαρίνα | οκαρίνες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →