Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

οκλαδόν

/o.klaˈðon/επιφώνημα
•
  1. το παράγγελμα για να πάρει κάποιος αυτή τη στάση Βικιλεξικό

Ετυμολογία

οκλαδόν < (ελληνιστική κοινή) ὀκλαδόν < ὀκλάζω, γονατίζω

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

οκλαδόν

/o.klaˈðon/επίρρημα
•
  1. η στάση κάποιου που κάθεται κάτω με τα πόδια λυγισμένα προς τα μέσα, το ένα πάνω στο άλλο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

οκλαδόν < (ελληνιστική κοινή) ὀκλαδόν < ὀκλάζω, γονατίζω

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →