Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

οκνεύω

ρήμα
•
  1. είμαι οκνός, οκνηρός Βικιλεξικό

Ετυμολογία

οκνεύω < μεσαιωνική ελληνική οκνεύω < αρχαία ελληνική ὀκνηρεύω / ὀκνέω < ὄκνος

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςοκνεύωοκνεύειςοκνεύειοκνεύουμεοκνεύετεοκνεύουν / οκνεύουνε
Παρατατικόςόκνευαόκνευεςόκνευεοκνεύαμεοκνεύατεοκνεύαν / οκνεύανε / όκνευαν
Αόριστοςόκνευσαόκνευσεςόκνευσεοκνεύσαμεοκνεύσατεοκνεύσαν / οκνεύσανε / όκνευσαν
Μέλλονταςθα οκνεύσω / θα οκνεύωθα οκνεύεις / θα οκνεύσειςθα οκνεύει / θα οκνεύσειθα οκνεύουμε / θα οκνεύσουμεθα οκνεύετε / θα οκνεύσετεθα οκνεύουν / θα οκνεύουνε / θα οκνεύσουν / θα οκνεύσουνε
Παρακείμενοςέχω οκνεύσειέχεις οκνεύσειέχει οκνεύσειέχουμε οκνεύσειέχετε οκνεύσει—
Υπερσυντέλικοςείχα οκνεύσειείχες οκνεύσειείχε οκνεύσειείχαμε οκνεύσει——
Υποτακτικήνα έχω οκνεύσει / να οκνεύσω / να οκνεύωνα έχεις οκνεύσει / να οκνεύεις / να οκνεύσειςνα έχει οκνεύσει / να οκνεύει / να οκνεύσεινα έχουμε οκνεύσει / να οκνεύουμε / να οκνεύσουμενα έχετε οκνεύσει / να οκνεύετε / να οκνεύσετενα οκνεύουν / να οκνεύουνε / να οκνεύσουν / να οκνεύσουνε
Προστακτική—όκνευε / όκνευσε——οκνεύετε / οκνεύστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →