οκνεύω
•
- είμαι οκνός, οκνηρός Βικιλεξικό
Ετυμολογία
οκνεύω < μεσαιωνική ελληνική οκνεύω < αρχαία ελληνική ὀκνηρεύω / ὀκνέω < ὄκνος
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | οκνεύω | οκνεύεις | οκνεύει | οκνεύουμε | οκνεύετε | οκνεύουν / οκνεύουνε |
| Παρατατικός | όκνευα | όκνευες | όκνευε | οκνεύαμε | οκνεύατε | οκνεύαν / οκνεύανε / όκνευαν |
| Αόριστος | όκνευσα | όκνευσες | όκνευσε | οκνεύσαμε | οκνεύσατε | οκνεύσαν / οκνεύσανε / όκνευσαν |
| Μέλλοντας | θα οκνεύσω / θα οκνεύω | θα οκνεύεις / θα οκνεύσεις | θα οκνεύει / θα οκνεύσει | θα οκνεύουμε / θα οκνεύσουμε | θα οκνεύετε / θα οκνεύσετε | θα οκνεύουν / θα οκνεύουνε / θα οκνεύσουν / θα οκνεύσουνε |
| Παρακείμενος | έχω οκνεύσει | έχεις οκνεύσει | έχει οκνεύσει | έχουμε οκνεύσει | έχετε οκνεύσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα οκνεύσει | είχες οκνεύσει | είχε οκνεύσει | είχαμε οκνεύσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω οκνεύσει / να οκνεύσω / να οκνεύω | να έχεις οκνεύσει / να οκνεύεις / να οκνεύσεις | να έχει οκνεύσει / να οκνεύει / να οκνεύσει | να έχουμε οκνεύσει / να οκνεύουμε / να οκνεύσουμε | να έχετε οκνεύσει / να οκνεύετε / να οκνεύσετε | να οκνεύουν / να οκνεύουνε / να οκνεύσουν / να οκνεύσουνε |
| Προστακτική | — | όκνευε / όκνευσε | — | — | οκνεύετε / οκνεύστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →