οκνιά
•
- λαϊκότροποοκνηρία, τεμπελιά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
οκνιά < μεσαιωνική ελληνική ὀκνία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | οκνιά | οκνιές |
| Γενική | οκνιάς | οκνιών |
| Αιτιατική | οκνιά | οκνιές |
| Κλητική | οκνιά | οκνιές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →