Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

οκτάρι

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. το ψηφίο οκτώ Βικιλεξικό
  2. κατ’ επέκτασηκάθε τι που αποτελείται από οκτώ ομοειδή αντικείμενα Βικιλεξικό
    • διαμέρισμα με οκτώ κύρια δωμάτια
  3. κατ’ επέκτασηκάθε τι που αποτελεί τυποποιημένο μέγεθος 8 Βικιλεξικό
    • το τραπουλόχαρτο με τον αριθμό 8
    • βαθμός σε εξετάσεις
  4. αθλητισμόςποδοσφαιριστής που είναι ο οργανωτής της ομάδας και μπορεί να γίνει δεύτερος επιθετικός που είναι πάντα τεχνίτης και παίζει λίγο πιο πίσω από τον κεντροεπιθετικό στην σύνθεση Βικιλεξικό

Ετυμολογία

οκτάρι < οκτ(ώ) + -άρι

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήοκτάριοκτάρια
Γενικήοκταριούοκταριών
Αιτιατικήοκτάριοκτάρια
Κλητικήοκτάριοκτάρια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →