οκτάρι
•
- το ψηφίο οκτώ Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηκάθε τι που αποτελείται από οκτώ ομοειδή αντικείμενα Βικιλεξικό
- διαμέρισμα με οκτώ κύρια δωμάτια
- κατ’ επέκτασηκάθε τι που αποτελεί τυποποιημένο μέγεθος 8 Βικιλεξικό
- το τραπουλόχαρτο με τον αριθμό 8
- βαθμός σε εξετάσεις
- αθλητισμόςποδοσφαιριστής που είναι ο οργανωτής της ομάδας και μπορεί να γίνει δεύτερος επιθετικός που είναι πάντα τεχνίτης και παίζει λίγο πιο πίσω από τον κεντροεπιθετικό στην σύνθεση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
οκτάρι < οκτ(ώ) + -άρι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | οκτάρι | οκτάρια |
| Γενική | οκταριού | οκταριών |
| Αιτιατική | οκτάρι | οκτάρια |
| Κλητική | οκτάρι | οκτάρια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →