Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

οκτάστηλος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που αποτελείται από οκτώ στήλες Βικιλεξικό
    • οκτάστηλο κείμενο
  2. ουσιαστικοποιημένοοκτάστηλο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

οκτάστηλος < οκτα- + στήλη + -ος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήοκτάστηλοςοκτάστηληοκτάστηλο
Γενικήοκτάστηλουοκτάστηληςοκτάστηλου
Αιτιατικήοκτάστηλοοκτάστηληοκτάστηλο
Κλητικήοκτάστηλεοκτάστηληοκτάστηλο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήοκτάστηλοιοκτάστηλεςοκτάστηλα
Γενικήοκτάστηλωνοκτάστηλωνοκτάστηλων
Αιτιατικήοκτάστηλουςοκτάστηλεςοκτάστηλα
Κλητικήοκτάστηλοιοκτάστηλεςοκτάστηλα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →