οκτάφωνος
•
- που αποτελείται από οχτώ φωνές Βικιλεξικό
- που αποτελείται από οχτώ φθόγγους Βικιλεξικό
Ετυμολογία
οκτάφωνος < οκτά- + -φωνος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | οκτάφωνος | οκτάφωνη | οκτάφωνο |
| Γενική | οκτάφωνου | οκτάφωνης | οκτάφωνου |
| Αιτιατική | οκτάφωνο | οκτάφωνη | οκτάφωνο |
| Κλητική | οκτάφωνε | οκτάφωνη | οκτάφωνο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | οκτάφωνοι | οκτάφωνες | οκτάφωνα |
| Γενική | οκτάφωνων | οκτάφωνων | οκτάφωνων |
| Αιτιατική | οκτάφωνους | οκτάφωνες | οκτάφωνα |
| Κλητική | οκτάφωνοι | οκτάφωνες | οκτάφωνα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →