Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

οκτάφωνος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που αποτελείται από οχτώ φωνές Βικιλεξικό
  2. που αποτελείται από οχτώ φθόγγους Βικιλεξικό

Ετυμολογία

οκτάφωνος < οκτά- + -φωνος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήοκτάφωνοςοκτάφωνηοκτάφωνο
Γενικήοκτάφωνουοκτάφωνηςοκτάφωνου
Αιτιατικήοκτάφωνοοκτάφωνηοκτάφωνο
Κλητικήοκτάφωνεοκτάφωνηοκτάφωνο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήοκτάφωνοιοκτάφωνεςοκτάφωνα
Γενικήοκτάφωνωνοκτάφωνωνοκτάφωνων
Αιτιατικήοκτάφωνουςοκτάφωνεςοκτάφωνα
Κλητικήοκτάφωνοιοκτάφωνεςοκτάφωνα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →