οκτάχρονος
•
- και ως ουσιαστικόπου έχει ηλικία οχτώ χρόνων Βικιλεξικό
- που έχει διάρκεια οχτώ χρόνων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
οκτάχρονος < οκτά- + -χρονος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | οκτάχρονος | οκτάχρονη | οκτάχρονο |
| Γενική | οκτάχρονου | οκτάχρονης | οκτάχρονου |
| Αιτιατική | οκτάχρονο | οκτάχρονη | οκτάχρονο |
| Κλητική | οκτάχρονε | οκτάχρονη | οκτάχρονο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | οκτάχρονοι | οκτάχρονες | οκτάχρονα |
| Γενική | οκτάχρονων | οκτάχρονων | οκτάχρονων |
| Αιτιατική | οκτάχρονους | οκτάχρονες | οκτάχρονα |
| Κλητική | οκτάχρονοι | οκτάχρονες | οκτάχρονα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →