οκταήμερος
•
- που διαρκεί οχτώ μέρες Βικιλεξικό
Ετυμολογία
οκταήμερος < οκτα- + ημέρ(α) + -ος • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | οκταήμερος | οκταήμερη | οκταήμερο |
| Γενική | οκταήμερου | οκταήμερης | οκταήμερου |
| Αιτιατική | οκταήμερο | οκταήμερη | οκταήμερο |
| Κλητική | οκταήμερε | οκταήμερη | οκταήμερο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | οκταήμεροι | οκταήμερες | οκταήμερα |
| Γενική | οκταήμερων | οκταήμερων | οκταήμερων |
| Αιτιατική | οκταήμερους | οκταήμερες | οκταήμερα |
| Κλητική | οκταήμεροι | οκταήμερες | οκταήμερα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →