ολίσθηση
•
- κίνηση πάνω σε επιφάνεια χωρίς τριβές Βικιλεξικό
- Το διάζωμα εξασφαλίστηκε από ολίσθηση με έξι αγκύρια διαμέτρου 20 χιλ . από ανοξείδωτο χάλυβα, τα οποία πακτώθηκαν στο έδαφος και εγκιβωτίστηκαν στο σκυρόδεμα. (Το αρχαιολογικό έργο στη Μακεδονία και Θράκη τόμος 13, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, 1999, σελ. 559)
Ετυμολογία
ολίσθηση < ολισθαίνω < αρχαία ελληνική ὀλισθαίνω / ὀλίσθησις
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ολίσθηση | ολισθήσεις |
| Γενική | ολίσθησης | ολισθήσεων |
| Αιτιατική | ολίσθηση | ολισθήσεις |
| Κλητική | ολίσθηση | ολισθήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →