Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ολετήρας

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. ο καταστροφέας Βικιλεξικό
    • Είναι η παραλλαγή της Μποτσουάνα, η «Ομικρον», που θα κρίνει τον πόλεμο της ανθρωπότητας με τον παγκόσμιο ολετήρα της πανδημίας; (Διαβάστε στην Καθημερινή της Κυριακής, 27.11.2021 https://www.kathimerini.gr/k/sunday-edition/561606187/diavaste-stin-kathimerini-tis-kyriakis-225/)
    • Ενίοτε οι απόγονοι των αυτοδημιούργητων πλουσίων αποδεικνύονται κυριολεκτικά ολετήρες, καθώς καταστρέφουν τον πλούτο των γονέων ή των παππούδων τους (Οι δεύτερες και τρίτες γενιές πλουσίων αποδεικνύονται συνήθως καταστροφικές, εφημ. Η Πρόοδος, 17.10.2019 https://www.eproodos.gr/post/oi-deyteres-kai-trites-genies-ploysion-apodeiknyontai-synithos-katastrofikes)

Ετυμολογία

ολετήρας < αρχαία ελληνική ὀλετήρ < ὄλλυμι

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήολετήραςολετήρες
Γενικήολετήραολετήρων
Αιτιατικήολετήραολετήρες
Κλητικήολετήραολετήρες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →