ολεφίνη
•
- χημείαοργανική ένωση (γενική φόρμουλα: CₙH₂ₙ) που ανήκει στους υδρογονάνθρακες και συγκεκριμένα στα αλκένια, με έναν τουλάχιστον διπλό δεσμό μεταξύ δύο ατόμων άνθρακα, που χρησιμοποιείται ευρέως στη χημική βιομηχανία, κυρίως στην παραγωγή πλαστικών, συνθετικών ινών και άλλων υλικών Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ολεφίνη < αγγλική olefin < olefiant < λατινική oleum + fio
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ολεφίνη | ολεφίνες |
| Γενική | ολεφίνης | ολεφινών |
| Αιτιατική | ολεφίνη | ολεφίνες |
| Κλητική | ολεφίνη | ολεφίνες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →