οληνύχτα
•
- όλη τη νύχτα, κατά τη διάρκεια όλης της νύχτας Βικιλεξικό
- τι γούρι να σου τύχει, όταν βαρυστομάχιασες από φακές κι έβλεπες οληνύχτα στον ύπνο σου την τρόικα σαν δράκαινα, με πριονωτή ουρά και να βγάζει από το στόμα φωτιές και διαταγές (Στα πεταχτά, Ελευθεροτυπία, 24 Μαΐου 2011 http://www.enet.gr/?i=issue.el.home&date=2011-05-24&s=sta-petaxta)
- Η γάτα ήρθε σα φωνή από έναν ορίζοντα φοβισμένο / έβρεχε και πρησμένα όνειρα βογκούσαν οληνύχτα / το πρωί ο άνθρωπος πλύθηκε και ξυρίστηκε όπως πάντα (Μίλτος Σαχτούρης, από το ποίημα «Συμπέρασμα», Τα φάσματα ή η χαρά στον άλλο δρόμο. Εκδόσιες Κέδρος (1958) greek-language.gr)
- Αυτό που τώρα δε μας γνωρίζει / οληνύχτα οργίαζε μέσα μας. (Κώστας Μόντης «Στιγμές» 1958-1975. Κέδρος, 1978. 24 https://web.archive.org/web/20191023140051/http://www.snhell.gr/references/quotes/writer.asp?id=219)
Ετυμολογία
οληνύχτα < όλη + νύχτα, όπως το ολημέρα. Δείτε ολημέρα και τα μεσαιωνικά ὁληνυκτίς, ὁλονυκτίς
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →