Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ολιγάρχης

/o.liˈɣar.çis/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. πολύ πλούσιος επιχειρηματίας με ανώτερη κοινωνική θέση και διαπλοκή με την πολιτική εξουσία Βικιλεξικό
    • Στο πέρασμα των χρόνων, όμως, πολλοί ήταν οι πλούσιοι και ολιγάριθμοι που προσποιούνταν ότι δεν τους αρμόζει ο τίτλος του ολιγάρχη. Μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης ο όρος «ολιγάρχες» έφτασε να χρησιμοποιείται σχεδόν αποκλειστικά για τους νέους επιχειρηματίες της Ρωσίας και του πρώην ανατολικού μπλοκ που θησαύρισαν σε διάστημα λίγων ημερών λεηλατώντας τη δημόσια περιουσία. Ο όρος επανήλθε στο καθημερινό λεξιλόγιο της Δύσης μετά την πραξικοπηματική ανατροπή της ουκρανικής κυβέρνησης από την Ε.Ε. και τις ΗΠΑ. (Εφημερίδα των Συντακτών, 04.11.2014)

Ετυμολογία

ολιγάρχης < ελληνιστική κοινή ὀλῐγᾰ́ρχης ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική oligarque ή (μεταφραστικό δάνειο) αγγλική oligarch)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήολιγάρχηςολιγάρχες
Γενικήολιγάρχηολιγαρχών
Αιτιατικήολιγάρχηολιγάρχες
Κλητικήολιγάρχηολιγάρχες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →