ολιγαιμία
•
- ιατρικήκατάσταση στην οποία βρίσκεται κάποιος ασθενής που έχει λιγότερη απ’ το κανονικό ποσότητα αίματος, έλλειψη αίματος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ολιγαιμία < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ὀλιγαιμία < ὀλίγαιμος < ὀλίγος + αἷμα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ολιγαιμία | ολιγαιμίες |
| Γενική | ολιγαιμίας | ολιγαιμιών |
| Αιτιατική | ολιγαιμία | ολιγαιμίες |
| Κλητική | ολιγαιμία | ολιγαιμίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →