Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ολιγοπώλιο

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. οικονομίαο έλεγχος της διάθεσης ενός ή περισσοτέρων αγαθών από λίγους, (λ.χ. επιχειρήσεις, κράτη), οι οποίοι συνεργάζονται για την ευνοϊκή για αυτούς ρύθμιση των τιμών, το καρτέλ Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ολιγοπώλιο < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική oligopole < αρχαία ελληνική ὀλίγος + πωλῶ

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήολιγοπώλιοολιγοπώλια
Γενικήολιγοπωλίου / ολιγοπώλιουολιγοπωλίων
Αιτιατικήολιγοπώλιοολιγοπώλια
Κλητικήολιγοπώλιοολιγοπώλια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →