Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ολιγωρώ

ρήμα
•
  1. επιδεικνύω κρίσιμη έλλειψη ενδιαφέροντος και προσοχής κατά την εκτέλεση των καθηκόντων μου Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ολιγωρώ < αρχαία ελληνική ὀλιγωρέω / ὀλιγωρῶ < ὀλίγος + ὤρα (φροντίδα)

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςολιγωρώολιγωρείςολιγωρείολιγωρούμεολιγωρείτεολιγωρούν / ολιγωρούνε
Παρατατικόςολιγωρούσαολιγωρούσεςολιγωρούσεολιγωρούσαμεολιγωρούσατεολιγωρούσαν / ολιγωρούσανε
Αόριστοςολιγώρησαολιγώρησεςολιγώρησεολιγωρήσαμεολιγωρήσατεολιγωρήσαν / ολιγωρήσανε / ολιγώρησαν
Μέλλονταςθα ολιγωρήσω / θα ολιγωρώθα ολιγωρήσεις / θα ολιγωρείςθα ολιγωρήσει / θα ολιγωρείθα ολιγωρήσουμε / θα ολιγωρούμεθα ολιγωρήσετε / θα ολιγωρείτεθα ολιγωρήσουν / θα ολιγωρήσουνε / θα ολιγωρούν / θα ολιγωρούνε
Παρακείμενοςέχω ολιγωρήσειέχεις ολιγωρήσειέχει ολιγωρήσειέχουμε ολιγωρήσειέχετε ολιγωρήσει—
Υπερσυντέλικοςείχα ολιγωρήσειείχες ολιγωρήσειείχε ολιγωρήσειείχαμε ολιγωρήσει——
Υποτακτικήνα έχω ολιγωρήσει / να ολιγωρήσω / να ολιγωρώνα έχεις ολιγωρήσει / να ολιγωρήσεις / να ολιγωρείςνα έχει ολιγωρήσει / να ολιγωρήσει / να ολιγωρείνα έχουμε ολιγωρήσει / να ολιγωρήσουμε / να ολιγωρούμενα έχετε ολιγωρήσει / να ολιγωρήσετε / να ολιγωρείτενα ολιγωρήσουν / να ολιγωρήσουνε / να ολιγωρούν / να ολιγωρούνε
Προστακτική—ολιγώρει / ολιγώρησε——ολιγωρήστε / ολιγωρείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →