ολιγωρώ
•
- επιδεικνύω κρίσιμη έλλειψη ενδιαφέροντος και προσοχής κατά την εκτέλεση των καθηκόντων μου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ολιγωρώ < αρχαία ελληνική ὀλιγωρέω / ὀλιγωρῶ < ὀλίγος + ὤρα (φροντίδα)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ολιγωρώ | ολιγωρείς | ολιγωρεί | ολιγωρούμε | ολιγωρείτε | ολιγωρούν / ολιγωρούνε |
| Παρατατικός | ολιγωρούσα | ολιγωρούσες | ολιγωρούσε | ολιγωρούσαμε | ολιγωρούσατε | ολιγωρούσαν / ολιγωρούσανε |
| Αόριστος | ολιγώρησα | ολιγώρησες | ολιγώρησε | ολιγωρήσαμε | ολιγωρήσατε | ολιγωρήσαν / ολιγωρήσανε / ολιγώρησαν |
| Μέλλοντας | θα ολιγωρήσω / θα ολιγωρώ | θα ολιγωρήσεις / θα ολιγωρείς | θα ολιγωρήσει / θα ολιγωρεί | θα ολιγωρήσουμε / θα ολιγωρούμε | θα ολιγωρήσετε / θα ολιγωρείτε | θα ολιγωρήσουν / θα ολιγωρήσουνε / θα ολιγωρούν / θα ολιγωρούνε |
| Παρακείμενος | έχω ολιγωρήσει | έχεις ολιγωρήσει | έχει ολιγωρήσει | έχουμε ολιγωρήσει | έχετε ολιγωρήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ολιγωρήσει | είχες ολιγωρήσει | είχε ολιγωρήσει | είχαμε ολιγωρήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ολιγωρήσει / να ολιγωρήσω / να ολιγωρώ | να έχεις ολιγωρήσει / να ολιγωρήσεις / να ολιγωρείς | να έχει ολιγωρήσει / να ολιγωρήσει / να ολιγωρεί | να έχουμε ολιγωρήσει / να ολιγωρήσουμε / να ολιγωρούμε | να έχετε ολιγωρήσει / να ολιγωρήσετε / να ολιγωρείτε | να ολιγωρήσουν / να ολιγωρήσουνε / να ολιγωρούν / να ολιγωρούνε |
| Προστακτική | — | ολιγώρει / ολιγώρησε | — | — | ολιγωρήστε / ολιγωρείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →