ολισθητήρας
•
- τμήμα ενός συνόλου, που συμβάλλει στην ολίσθηση Βικιλεξικό
- εξάρτημα μηχανής που κινείται ολισθαίνοντας σε μια επιφάνεια Βικιλεξικό
- στρατιωτικός όροςτμήμα πυροβόλου όπλου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ολισθητήρας < ολισθητήρ < ολισθαίνω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ολισθητήρας | ολισθητήρες |
| Γενική | ολισθητήρα | ολισθητήρων |
| Αιτιατική | ολισθητήρα | ολισθητήρες |
| Κλητική | ολισθητήρα | ολισθητήρες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →