ολκάδα
•
- ναυτικός όροςείδος ογκώδους (ρυμουλκούμενου) πλοίου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ολκάδα < αρχαία ελληνική ὁλκάδα, αιτιατική ενικού τού ὁλκάς
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ολκάδα | ολκάδες |
| Γενική | ολκάδας | ολκάδων |
| Αιτιατική | ολκάδα | ολκάδες |
| Κλητική | ολκάδα | ολκάδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →