Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ολκάδα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. ναυτικός όροςείδος ογκώδους (ρυμουλκούμενου) πλοίου Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ολκάδα < αρχαία ελληνική ὁλκάδα, αιτιατική ενικού τού ὁλκάς

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήολκάδαολκάδες
Γενικήολκάδαςολκάδων
Αιτιατικήολκάδαολκάδες
Κλητικήολκάδαολκάδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →