Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ολμοστοιχία

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. λέξη που χρησιμοποιούσαν στις αρχές του 20ου αιώνα για την πυροβολαρχία, τη συστοιχία όλμων Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ολμοστοιχία < ὁλμοστοιχία στην καθαρεύουσα < ὅλμος + -στοιχία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήολμοστοιχίαολμοστοιχίες
Γενικήολμοστοιχίαςολμοστοιχιών
Αιτιατικήολμοστοιχίαολμοστοιχίες
Κλητικήολμοστοιχίαολμοστοιχίες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →