Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ολοένα

επίρρημα
•
  1. αδιάκοπα, συνεχώς, χωρίς σταματημό Βικιλεξικό
  2. βαθμηδόν, προοδευτικά, όλο και περισσότερο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ολοένα < ολονέν < μεσαιωνική ελληνική ὁλονέν(α) < φράση ὅλον ἕν(α)

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →