ολοένα
•
- αδιάκοπα, συνεχώς, χωρίς σταματημό Βικιλεξικό
- βαθμηδόν, προοδευτικά, όλο και περισσότερο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ολοένα < ολονέν < μεσαιωνική ελληνική ὁλονέν(α) < φράση ὅλον ἕν(α)
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →