ολογάλανος
•
- που είναι σε όλη την έκτασή του γαλανός Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ολογάλανος < ολο- + γαλανός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ολογάλανος | ολογάλανη | ολογάλανο |
| Γενική | ολογάλανου | ολογάλανης | ολογάλανου |
| Αιτιατική | ολογάλανο | ολογάλανη | ολογάλανο |
| Κλητική | ολογάλανε | ολογάλανη | ολογάλανο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ολογάλανοι | ολογάλανες | ολογάλανα |
| Γενική | ολογάλανων | ολογάλανων | ολογάλανων |
| Αιτιατική | ολογάλανους | ολογάλανες | ολογάλανα |
| Κλητική | ολογάλανοι | ολογάλανες | ολογάλανα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →