Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ολοκαύτωμα

/o.loˈka.fto.ma/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. κάτι που καίγεται ολοκληρωτικά Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάη θυσία για το κοινό καλό Βικιλεξικό
  3. ιστορίαη γενοκτονία των Εβραίων από το ναζιστικό καθεστώς κατά τη διάρκεια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου Βικιλεξικό
  4. κατ’ επέκτασηφοβερή καταστροφή, μαζικοί θάνατοι Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ολοκαύτωμα < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ὁλοκαύτωμα (θυσία που καίγεται ολόκληρη), σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική holocauste ή αγγλική holocaust < λατινική holocaustum < ελληνιστική κοινή ὁλόκαυστος/ὁλόκαυτος < ὁλοκαυτέω

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήολοκαύτωμαολοκαυτώματα
Γενικήολοκαυτώματοςολοκαυτωμάτων
Αιτιατικήολοκαύτωμαολοκαυτώματα
Κλητικήολοκαύτωμαολοκαυτώματα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →