ολοκαύτωμα
•
- κάτι που καίγεται ολοκληρωτικά Βικιλεξικό
- μεταφορικάη θυσία για το κοινό καλό Βικιλεξικό
- ιστορίαη γενοκτονία των Εβραίων από το ναζιστικό καθεστώς κατά τη διάρκεια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηφοβερή καταστροφή, μαζικοί θάνατοι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ολοκαύτωμα < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ὁλοκαύτωμα (θυσία που καίγεται ολόκληρη), σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική holocauste ή αγγλική holocaust < λατινική holocaustum < ελληνιστική κοινή ὁλόκαυστος/ὁλόκαυτος < ὁλοκαυτέω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ολοκαύτωμα | ολοκαυτώματα |
| Γενική | ολοκαυτώματος | ολοκαυτωμάτων |
| Αιτιατική | ολοκαύτωμα | ολοκαυτώματα |
| Κλητική | ολοκαύτωμα | ολοκαυτώματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →