ολοκλήρωση
•
- το τελείωμα μιας ενέργειας, το αποτέλεσμα του ολοκληρώνω Βικιλεξικό
- η γρήγορη ολοκλήρωση των διαβασμάτων απ' τους μαθητες οδηγεί σε περισσότερο ελεύθερο χρόνο
- μαθηματικάο υπολογισμός του ολοκληρώματος, η διαδικασία υπολογισμού του Βικιλεξικό
- μεταφορικάη εκσπερμάτιση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ολοκλήρωση < ολοκληρώνω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ολοκλήρωση | ολοκληρώσεις |
| Γενική | ολοκλήρωσης | ολοκληρώσεων |
| Αιτιατική | ολοκλήρωση | ολοκληρώσεις |
| Κλητική | ολοκλήρωση | ολοκληρώσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →