ολοκληρώνομαι
•
- παθητική φωνή του ρήματος ολοκληρώνω Βικιλεξικό
- παθητική φωνή του ρήματος ολοκληρώνω Βικιλεξικό
- όταν απέκτησε το πρώτο του παιδί θεώρησε ότι ολοκληρώθηκε
- ολοκληρώθηκε ως καλλιτέχνης και ως άνθρωπος
Ετυμολογία
Άλλοι τύποι
ολοκληρωμένοςολοκληρώθηκαολοκληρώνω
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →