ολοκληρώνω
•
- φέρνω μια εργασία ή πράξη ή διαδικασία στο τέλος της, ενεργώ ώστε να μη λείπει τίποτα από αυτήν, τελειώνω, την συμπληρώνω ώστε να είναι πλήρης και τέλεια, τελειωμένη Βικιλεξικό
- όταν ο ομιλητής ολοκλήρωσε την εισήγησή του, το ακροατήριο τον χειροκρότησε θερμά
- ολοκληρώνω τη σκέψη μου, την ερωτική πράξη, την ύπαρξή μου (π.χ. με την απόκτηση παιδιού), τη φράση μου (μη με διακόπτετε, προτού ολοκληρώσω)
Ετυμολογία
ολοκληρώνω < (διαχρονικό δάνειο) μεσαιωνική ελληνική ὁλοκληρ(ῶ) / ὁλοκληρόω + -ώνω < αρχαία ελληνική ὁλόκληρος → δείτε ολο-, κλήρος και κληρώνω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ολοκληρώνω | ολοκληρώνεις | ολοκληρώνει | ολοκληρώνουμε | ολοκληρώνετε | ολοκληρώνουν / ολοκληρώνουνε |
| Παρατατικός | ολοκλήρωνα | ολοκλήρωνες | ολοκλήρωνε | ολοκληρώναμε | ολοκληρώνατε | ολοκλήρωναν / ολοκληρώναν / ολοκληρώνανε |
| Αόριστος | ολοκλήρωσα | ολοκλήρωσες | ολοκλήρωσε | ολοκληρώσαμε | ολοκληρώσατε | ολοκλήρωσαν / ολοκληρώσαν / ολοκληρώσανε |
| Μέλλοντας | θα ολοκληρώνω / θα ολοκληρώσω | θα ολοκληρώνεις / θα ολοκληρώσεις | θα ολοκληρώνει / θα ολοκληρώσει | θα ολοκληρώνουμε / θα ολοκληρώσουμε | θα ολοκληρώνετε / θα ολοκληρώσετε | θα ολοκληρώνουν / θα ολοκληρώνουνε / θα ολοκληρώσουν / θα ολοκληρώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ολοκληρώσει | έχεις ολοκληρώσει | έχει ολοκληρώσει | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ολοκληρώσει | είχες ολοκληρώσει | είχε ολοκληρώσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ολοκληρώσει / να ολοκληρώνω / να ολοκληρώσω | να έχεις ολοκληρώσει / να ολοκληρώνεις / να ολοκληρώσεις | να έχει ολοκληρώσει / να ολοκληρώνει / να ολοκληρώσει | να ολοκληρώνουμε / να ολοκληρώσουμε | να ολοκληρώνετε / να ολοκληρώσετε | να ολοκληρώνουν / να ολοκληρώνουνε / να ολοκληρώσουν / να ολοκληρώσουνε |
| Προστακτική | — | έχε ολοκληρωμένο / ολοκλήρωνε / ολοκλήρωσε | — | — | ολοκληρώνετε / ολοκληρώστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
ολοκληρώθηκαολοκληρώνομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →